Category: ΑΠΟΨΕΙΣ

  • Like, share, ψηφίστε

    Like, share, ψηφίστε

    Κάποτε, η πολιτική απαιτούσε προσοχή. Σήμερα, μετριέται λιγότερο σε επιχειρήματα και περισσότερο σε απήχηση. Δεν χρειάζεται να συμφωνήσεις, ούτε καν να καταλάβεις. Αρκεί να δεις, να αντιδράσεις και να το μοιραστείς. Η πολιτική πλέον απευθύνεται σε κοινό και όχι στους πολίτες.

    Διαβάστε επίσης:

    https://staging.upflow.gr/apokleistiki-synenteyxi-toy-giani-varoyfaki-sto-verite-kai-ton-irakli-migdo/

    Δεν είναι τυχαίο που μιλάμε όλο και περισσότερο για στιγμιότυπα και λιγότερο για πολιτικές. Για το πως ειπώθηκε κάτι και όχι για το τι ειπώθηκε. Για την εικόνα μιας στιγμής και όχι για τις αποφάσεις που την συνόδευσαν. Η δημόσια συζήτηση δεν περιστρέφεται γύρω από προγράμματα ή συνέπειες, αλλά γύρω απο αποσπάσματα που μπορούν να αναπαραχθούν εύκολα. Έτσι, η πολιτική παύει να είναι η διαδικασία κατανόησης και γίνεται μια σειρά από εικόνες που λειτουργούν περισσότερο ως ψυχαγωγία παρά ως ενημέρωση.

    Ο πολιτικός ως brand

    Ο σύγχρονος πολιτικός δεν διαφέρει ιδιαίτερα από ένα brand. Έχει συγκεκριμένο προφίλ, επαναλαμβανόμενα μηνύματα και έναν σχολαστικά στημένο λόγο που μοιάζει σκηνοθετημένος. Όπως κάθε brand, έτσι και αυτό πρέπει να είναι αναγνωρίσιμο, συνεπές και –κυρίως- εμπορεύσιμο.

    Δεν έχει τόση σημασία τι ακριβώς λέγεται παρά μόνο αν «κολλάει» με την εικόνα. Ο αυθόρμητος δεν πρέπει να φαίνεται πολύ διαβασμένος , ο θεσμικός όχι πολύ συναισθηματικός, ο αντισυστημικός όχι πολύ σοβαρός. Η πολιτική ταυτότητα γίνεται ρόλος και ο ρόλος δεν επιτρέπεται να σπάσει, γιατί αν σπάσει, χαλάει το αφήγημα.

    Συνθήματα αντί για λόγο

    Σε έναν κόσμο που λειτουργεί με τίτλους και αποσπάσματα, ο πολιτικός λόγος απλοποιείται μέχρι να χάσει το βάθος του. Τα σύνθετα προβλήματα δεν χωράνε σε stories. Έτσι αντικαθίστανται από συνθήματα: δυνατά και συναισθηματικά, αλλά τις περισσότερες φορές κενά.

    Το σύνθημα δεν έχει σκοπό να εξηγήσει, Έχει σκοπό να ενεργοποιήσει, να θυμώσει, να συγκινήσει και να συσπειρώσει. Δεν ζητά από τον πολίτη να σκεφτεί, αλλά να διαλέξει στρατόπεδο. Και κάπως έτσι, ο πολιτικός διάλογος μετατρέπεται σε ανταλλαγή ετικετών.

    Όταν η εικόνα επισκιάζει το γεγονός

    Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετατόπισης ήταν ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν πρόσφατες εξεταστικές επιτροπές. Κυριάρχησαν συγκεκριμένες στιγμές που απομονώθηκαν και αναπαράχθηκαν μαζικά, αντί να επικεντρωθεί ο κόσμος στο περιεχόμενο των καταθέσεων αυτών.

    Ο «Φραπές» έγινε meme.Όχι επειδή αποκάλυπτε κάτι κρίσιμο, αλλά επειδή ήταν εύκολος, αστείος και αναγνωρίσιμος. Το ίδιο ακριβώς συνέβη και με άλλα πρόσωπα που έμειναν στην δημόσια μνήμη περισσότερο για μια φράση ή έναν τόνο, παρά για όσα ειπώθηκαν στην ουσία. Η πολιτική στιγμή συμπυκνώθηκε σε εικόνα – και η εικόνα νίκησε το γεγονός.

    Από τη Βουλή στο timeline

    Tα social media δεν είναι ουδέτερα. Ευνοούν το γρήγορο, το έντονο και το ακραίο. Εκεί, ο πολιτικός που μιλά δυνατά, που συγκρούεται και χρησιμοποιεί δραματικό λόγο – όπως η Ζωή Κωνσταντοπούλου – γίνεται viral. Όχι απαραίτητα γιατί έχει δίκιο, αλλά γιατί προσφέρει περιεχόμενο.

    Ο πολιτικός μετατρέπεται σε content creator και ο πολίτης σε καταναλωτή. Δεν παρακολουθεί για να ενημερωθεί, αλλά για να αντιδράσει. Και η πολιτική, μέσα σε αυτό το περιβάλλον, προσαρμόζεται. Γίνεται πιο σύντομη και «πιασάρικη».

    Το viral δεν είναι πάντα αθώο

    Το πρόβλημα με το viral δεν είναι το χιούμορ ή η σάτιρα. Είναι η επιλεκτική μνήμη που δημιουργεί. Θυμόμαστε το αστείο στιγμιότυπο και ξεχνάμε το πλαίσιο. Θυμόμαστε την ατάκα και όχι την συζήτηση που προηγήθηκε. Όσο πιο εύκολα γίνεται κάτι share, τόσο λιγότερο ενδιαφέρει τι ειπώθηκε πριν ή μετά.

    Πέρα από αυτά όμως, όταν κάτι γίνεται viral επηρεάζει και τι λένε οι ίδιοι οι πολιτικοί. Οι στιγμές που γίνονται meme ή hashtags διαμορφώνουν στρατηγικές συμπεριφορές. Διδάσκουν τι πρέπει να αποφύγει κανείς, που να δώσει ένταση, πως να «παίξει» με το κοινό. Μάλιστα, γνωστός πολιτικός αρχηγός εξέφρασε το παράπονο αυτό, ότι δηλαδή ο αλγόριθμος στα social media προωθεί τις κραυγές και αφήνει πίσω το επιχείρημα. Ακόμη και την πιο ευφυή ατάκα να πεις, και να έχεις το καλύτερο επιχείρημα που κανείς άλλος δεν έχει σκεφτεί δεν θα γίνει viral – είπε απεγνωσμένος.

     Αυτό εξηγεί μια σχεδόν μηχανική επανάληψη που παρατηρείται πια παντού: στις εξεταστικές επιτροπές, στο κοινοβουλευτικό βήμα, στα τηλεοπτικά στούντιο. Η ίδια ατάκα επαναλαμβάνεται ξανά, πιο καθαρά, πιο δυνατά, σχεδόν με το βλέμμα στραμμένο στην κάμερα. Αυτό προφανώς δεν γίνεται για τους παρόντες, αλλά για να είναι έτοιμο το απόσπασμα που θα ανέβει με υπότιτλους, καθαρό ήχο και αρκετή ένταση, έτσι ώστε να επιβιώσει το timeline και να πάρει τα κατάλληλα views.

     Στην ουσία, η αστεία ή η εύκολα μοιράσιμη στιγμή δεν είναι απλώς διασκέδαση – είναι εργαλείο, τόσο για την σκηνοθεσία του λόγου όσο και για τη διαχείριση της δημόσιας προσοχής.

    Έτσι, η δημόσια συζήτηση διαμορφώνεται από αποσπάσματα και όχι από σύνολα. Η πολιτική κρίση γίνεται αποσπασματική, επιφανειακή και, τελικά, άδικη. Το πρόβλημα δεν είναι ότι γελάσαμε. Είναι ότι μείναμε εκεί.

    Ο πολίτης ως θεατής

    Στο περιβάλλον αυτό, ο πολίτης καλείται να παρακολουθήσει και όχι να συμμετάσχει. Να σχολιάσει, να ειρωνευτεί, να αποστασιοποιηθεί. Η πολιτική μοιάζει σκηνοθετημένη, άρα και αναξιόπιστη. Έτσι γεννιέται η κόπωση, ο κυνισμός, η αίσθηση ότι «όλοι είναι ίδιοι». Όταν η πολιτική θυμίζει παράσταση, δύσκολα την παίρνεις στα σοβαρά.

    Βέβαια, δεν φταίνε μόνο οι πολιτικοί, αλλά και το κοινό που τους κάνει viral. Σχολιάζει το ύφος και όχι την «απόφαση». Εμείς είμαστε αυτοί που τους «ανακυκλώνουμε». Αν θέλουμε πολιτική ουσία, πρέπει να σταματήσουμε να ψηφίζουμε με τα memes.

    Like, share και στο τέλος, ψηφίστε.

  • Κάτω από τα ραντάρ: Η πρόκληση ως διπλωματικό όπλο

    Κάτω από τα ραντάρ: Η πρόκληση ως διπλωματικό όπλο

    Ράμα, Πλάτων και η νέα πολιτική ρητορική

    Τι σημαίνει όταν ο πρωθυπουργός μιας γειτονικής χώρας λέει δημοσίως ότι «οι σύγχρονοι Έλληνες δεν είναι απόγονοι του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη»; Δεν πρόκειται για μια απλή ατάκα σε πάνελ διεθνούς συνόδου. Πρόκειται για μια επιδότηση δημόσιου λόγου που ανακατεύει πολιτισμό, ταυτότητα και πολιτική πρόθεση.

    Διαβάστε επίσης:

    https://staging.upflow.gr/apokleistiki-synenteyxi-toy-giani-varoyfaki-sto-verite-kai-ton-irakli-migdo/

    Σε πάνελ στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, απευθυνόμενος σε Έλληνα δημοσιογράφο, ο Αλβανός πρωθυπουργός Έντι Ράμα χαρακτήρισε με σαρκαστικό τόνο την αντίληψη ότι οι Έλληνες κατέχουν «μονοπώλιο στη φιλοσοφία» και προσέθεσε ότι θεωρούν ότι είναι «άμεσοι κληρονόμοι του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη – αλλά δεν είναι». Η αντίδραση ήταν άμεση: πολιτικοί και ΜΜΕ σε Αθήνα και Λευκωσία κατήγγειλαν την τοποθέτηση ως απαξιωτική και προσβλητική για την ελληνική πολιτιστική ταυτότητα. Υπουργοί έχουν ζητήσει ακόμη και επίσημο διάβημα για «ζήτηση συγγνώμης» από τον Ράμα.

    Ο ίδιος ο Ράμα επιχείρησε εκ των υστέρων να αποδομήσει τις αντιδράσεις, χαρακτηρίζοντας την αρχική του τοποθέτηση ως «χιούμορ» που παρερμηνεύτηκε από ΜΜΕ και πολιτικούς με «εθνικιστικό πάθος». Όμως το πρόβλημα δεν ήταν ένας αδέξιος αστεϊσμός. Ήταν η δημόσια χρήση πολιτιστικής ταυτότητας ως πηγή διπλωματικού πλεονεκτήματος, με σαφή στόχευση στο πώς η Ελλάδα κατανοεί και υπερασπίζεται την ιστορία της.

    Ο σχολιασμός δεν περιορίστηκε στην αρχαία φιλοσοφία. Ο Ράμα συνέδεσε ελαφριά και την οικονομική συμπεριφορά των Ελλήνων («Όταν μιλάτε για τα δικά σας λεφτά, προσθέτετε μηδενικά· όταν μιλάτε για τα λεφτά των άλλων, τα αφαιρείτε»). Αυτά τα δικά του «χιούμορ» μετατράπηκαν σε διπλωματική πρόκληση – όχι μόνο απέναντι στη σύγχρονη Ελλάδα, αλλά και στην ίδια τη σχέση με την ιστορία και την αυτοαντίληψη του ελληνικού κράτους.

    Η αντίδραση από την ελληνική πλευρά παγίως έφερε στο προσκήνιο την αξία που αποδίδει η ίδια η Ελλάδα στην κληρονομιά της. Ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, η Αρχαία Ελλάδα ως «κοιτίδα του ευρωπαϊκού πολιτισμού» δεν είναι απλώς σχολικά ονόματα – είναι εργαλεία συνεκτικής εθνικής ταυτότητας. Όμως η χρήση τους ως όρων «ιδιοκτησίας» πολιτισμού σε διεθνές επίπεδο – και μάλιστα από πολιτικό ηγέτη μιας άλλης χώρας – δείχνει κάτι ευρύτερο: την επιστροφή του πολιτισμού στην γεωπολιτική ρητορική. Όχι ως γέφυρα κατανόησης, αλλά ως μέσο «προσήλωσης» του άλλου στην εικόνα που θέλω εγώ να έχει για τον εαυτό του.

    Αυτή η στρατηγική δεν είναι νεόφαντη. Σε περιφερειακές συγκρούσεις συχνά χρησιμοποιούνται συμβολικά στοιχεία για να ανασχηματιστούν αφηγήσεις ταυτότητας. Σε μια στιγμή που τα Βαλκάνια, η ΕΕ και οι σχέσεις με την Τουρκία και άλλες γειτονικές χώρες βρίσκονται σε διαρκή επαναπροσδιορισμό, τέτοιου είδους δηλώσεις είναι πολύ περισσότερο από τυχαία «παιχνίδια με λέξεις».

    Αντί να θεωρηθεί μια μεμονωμένη ατάκα, αξίζει να εξεταστεί ως κόστος και όφελος στην εικόνα της Ελλάδας στο εξωτερικό, ως ένα μέτρο που εισάγει νέα δυναμική στη συζήτηση για πολιτιστική κληρονομιά, ηγεμονία εντυπώσεων και πολιτικό στίγμα στην περιοχή. Η αντιπαράθεση για το αν οι σύγχρονοι Έλληνες είναι ή δεν είναι άμεσοι «κληρονόμοι» των αρχαίων φιλοσόφων δεν αφορά απλώς ιστορικά γονιδιώματα ή δυτικό πολιτισμό. Αφορά το ποιος ελέγχει την αφήγηση – και πώς αυτή χρησιμοποιείται στις διεθνείς σχέσεις.

    Όταν ένας πρωθυπουργός επιλέγει να φέρει τέτοιες ιδέες στο προσκήνιο, δεν μιλά απλώς για ιστορία.Μιλά για σύγχρονη πολιτική στρατηγική. Και αυτή – κάτω από τα ραντάρ – έχει σοβαρό πολιτικό κόστος και πολιτιστικό αντίκτυπο.

  • Όταν η γυναικεία υποτίμηση γίνεται ανδρική συνοχή

    Όταν η γυναικεία υποτίμηση γίνεται ανδρική συνοχή

    Μισογυνισμός. Μια ακόμη από τις λέξεις-καραμέλες της politically correct κουλτούρας που έχει εδραιωθεί τα τελευταία χρόνια στο διαδίκτυο. Και όχι, αυτό το άρθρο δεν πρόκειται να προσπαθήσει να σας πείσει ότι κακώς ‘βαφτίζουμε’ το κάθε τι ως μισογυνιστικό, σεξιστικό κ.ο.κ, για τον πολύ απλό λόγο ότι το κάθε μικρό, αδιάφορο μήνυμα από τα χιλιάδες που μας βομβαρδίζουν σε καθημερινή, ολοήμερη βάση, είναι μισογυνιστικό και σεξιστικό. Από τα χιλιάδες ελληνικά (και όχι μόνο) μιμίδια (memes) που κυκλοφορούν σε κάθε γωνιά του διαδικτύου με πρωταγωνιστές-θύματα ερωτικές συντρόφους ανδρών, μέχρι το σχόλιο της αγαπημένης εκείνης θείας στο οικογενειακό τραπέζι, για την οποία ‘καλά είναι τα πτυχία, αλλά γυναίκα είσαι, άντρα και παιδιά χρειάζεσαι, όχι χαρτιά’, ο μισογυνισμός αποτελεί ένα από τα πιο επίμονα και διαβρωτικά ‘μικρόβια’ του ανθρώπινου μυαλού, που αποδεικνύονται ολοένα και ανθεκτικότερα στις ‘αντιβιώσεις’ της κριτικής σκέψης και της ανθρωπιστικής εκείνης ηθικής που μάταια μοχθούν ουκ ολίγοι φορείς να ‘χορηγήσουν’.

    Διαβάστε επίσης:

    https://staging.upflow.gr/apokleistiki-synenteyxi-toy-giani-varoyfaki-sto-verite-kai-ton-irakli-migdo/

    Τι συμβαίνει όμως όταν ο μισογυνισμός παύει να αποτελεί μία ακόμη έκφανση της ανθρώπινης κακίας, που όπως και η ανθρώπινη βλακεία, είναι πιθάρια δίχως πάτο; Στα κοινωνικά δίκτυα, στα φόρουμ αλλά και στην καθημερινή ζωή, ένας συνεχώς αυξανόμενος αριθμός ανδρών αναπαράγει λόγο που εκφράζει ως επί το πλείστον θυμό, απογοήτευση, μέχρι και αφιλτράριστο, ‘αμόλυντο’ μίσος προς τις γυναίκες. Για αυτούς τους άνδρες – που σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν κάποια αμελητέα μειοψηφία- ο μισογυνισμός είναι κάτι πολύ βαθύτερο. Είναι ένα μέσο κοινωνικοποίησης. Ειδικά οι νεαρότεροι άντρες, όντας επηρεασμένοι από την περιάζουσα ατμόσφαιρα εντός και εκτός οθόνης, μαθαίνουν να επιβεβαιώνουν και να βασίζουν την ταυτότητά τους μέσα από την ευρύτερη απαξίωση των γυναικών. Με άλλα λόγια, ο μισογυνισμός για αυτούς αποτελεί μέσο ένταξης σε ένα κοινωνικό σύνολο για το οποίο η απαξίωση αυτή αποτελεί το ‘νορμάλ’, τη φόρμα συμπεριφοράς ώστε να λάβουν την αναγκαία για εκείνους αποδοχή από τους υπόλοιπους άνδρες.

    Το ερώτημα λοιπόν που γεννάται είναι γιατί; Γιατί είναι ο μισογυνισμός το κυρίως αποδεκτό μέσο κοινωνικοποίησης για τους άνδρες από την νηπιακή κιόλας ηλικία; Ας φέρουμε στο νου μας εικόνες ή και μνήμες από τα σχολικά μας χρόνια: όλη η τάξη παίζει έξω στην αυλή, την ώρα του διαλείμματος. Ξαφνικά, ένα αγοράκι σκοντάφτει και αρχίζει να κλαίει. Η σχεδόν συλλογική αντίδραση συμμαθητών και καθηγητών είναι να πουν στο παιδάκι να ‘μην κλαίει σαν κορίτσι’. Όσο το αγόρι μεγαλώνει και εξελίσσεται, τόσο το κάθε τι ‘κοριτσίστικο’ θεωρείται στην καλύτερη ντροπιαστικό και στη χειρότερη αηδιαστικό. Μέχρι που κάπου εκεί στην εφηβεία, όπου το αγόρι παύει να μοιάζει με παιδί και αρχίζει να φέρνει περισσότερο σε νέο άνδρα, αρχίζει να συνειδητοποιεί πως αυτό που κάποτε θεωρούσε αηδιαστικό και ντροπιαστικό, ένα κορίτσι, τώρα τον ελκύει και νιώθει την ανάγκη να βρίσκεται κοντά του, να το αγγίξει, να το γνωρίσει – έστω και μόνο σαρκικά.
    Πώς όμως είναι δυνατόν να ξεπεράσει κανείς μια σχεδόν ολόκληρη ζωή εμπειριών όπου η αγάπη – και όχι απλά η σωματική επιθυμιά – αποτελεί προνόμιο ανδρικό; Ας αναλογιστούμε και για μια στιγμή τι σημαίνει αγάπη: ο αμοιβαίος σεβασμός, η αποδοχή και προσφορά στήριξης, η έννοια του ανήκειν, ίσα ίσα για να θέσουμε ένα συμπεριληπτικό πλαίσιο του όρου. Όταν λοιπόν σαν κοινωνικό σύνολο διδάσκουμε στα αγόρια μας να ‘δέχονται’ αγάπη από άλλους άνδρες και όχι από τις γυναίκες στη ζωή τους – με μια μικρή εξαίρεση ίσως για τις μητέρες – πως περιμένουμε να ορίσουμε την αγάπη μεταξύ ερωτικών συντρόφων ή ακόμη και συζύγων με όρους πέρα από την επιθυμία για ερωτική συνεύρεση με μη-άνδρα, δηλ. γυναίκα;

    Δεν διδάσκουμε στα αγόρια πως να αγαπούν. Τα διδάσκουμε μονάχα πως να επιθυμούν, πώς να ποθούν και μάταια πασχίζουμε να βαφτίσουμε τον πόθο Αγάπη. Θεωρητικές ακαδημαϊκοί συγγραφείς του ριζοσπαστικού φεμινισμού όπως η Andrea Dworkin (Intercourse, 1987) και αργότερα η Eve Kosofsky Sedgwick, θέτουν αυτή τη συνθήκη ως ομοκοινωνική επιθυμία ή ομοκοινωνική έλξη. Αυτοί οι όροι περιγράφουν με μεγάλη ακρίβεια τη σημερινή κοινωνικοποίηση των νεαρών ανδρών και την ωφελιμιστική προσέγγιση τους τόσο ως προς τις σχέσεις τους με τις γυναίκες όσο και στο να βρουν και να εδραιώσουν την θέση τους ως άντρες στην μεταξύ τους κυριαρχία. Πολύ λιγότερο συχνά, ειδικότερα στις νεότερες γενιές, θα δούμε ερωτικές σχέσεις μεταξύ ατόμων του αντίθετου φύλου να έχουν την φόρτιση, τον ανταγωνισμό, την αντίληψη ως ‘ομοίου’, τον θαυμασμό και τη συναισθηματική εγγύτητα που διαθέτουν οι σχέσεις των ανδρών μεταξύ τους.

    Και επειδή ακριβώς ως κοινωνία δεν διδάξαμε ποτέ στα αγόρια μας πως να μεταφράζουν την αγάπη προς μια κοπέλα σε κάτι που δεν αρχίζει και τελειώνει με τη συνουσία, το καθήκον αυτό το ανέλαβαν οι influencers και οι κατ’ ιδία ομολογία dating coaches, οι οποίοι όχι απλά δεν βελτιώνουν την κατάσταση αλλά προς άγραν ακολούθων και likes, αναπαράγουν μισογυνιστικές ιδέες, τάσεις και τρόπους ζωής. Αυτό από μόνο του, σε μια πρώτη ανάγνωση, καταδεικνύει τον άμεσο κίνδυνο για τον ίδιο τον εκάστοτε νέο, για τον οποίο αυτή η ‘γνώση’ μπορεί ήδη να έχει κοστίσει χρηματικά (πολλοί από τους εν λόγω coaches προωθούν προγράμματα εκμάθησης flirting και τεχνικών προσέγγισης επί χρηματικού αντιτίμου) και ίσως και ψυχικά, χωρίς ο ίδιος να έχει απαραίτητα επίγνωση της έκτασης της ζημιάς που ενδέχεται να έχει ήδη προξενηθεί. Σε μια όμως δεύτερη, ίσως πιο φιλοσοφική ανάγνωση, ο κίνδυνος για την συνοχή του κοινωνικού ιστού είναι κάτι παραπάνω από υπαρκτός.

    Οι ίδιες οι γυναίκες, αξίζει να τονίσουμε, πως δεν άμοιρες ευθυνών ή αέναα θύματα της ομοκοινωνικής έλξης που κατά ορισμένους θεωρητικούς αποτελεί τη βάση της κοινωνίας των ανδρών. Αντίστοιχοι influencers και dating coaches έχουν αναδυθεί από την ‘αντίπερα όχθη’ του ίντερνετ, προωθώντας παρόμοια ρητορική και στόχους με τους αρσενικούς συναδέλφους τους. Ο κοινός παρονομαστής είναι ένας: οι νέοι άνθρωποι – και όχι μόνο- λειτουργούν ανταγωνιστικά μεταξύ τους, αναπαράγοντας στερεότυπα τα οποία εφαρμόζουν στην δική τους καθημερινότητα, πολλές φορές χωρίς να συνειδητοποιούν επαρκώς τις συνέπειες αυτών των ρητορικών για την ποιότητα ζωής των ίδιων όσο και για την κοινωνία στην οποία θα κληθούν να ανταποκριθούν και να προσαρμοστούν. Η διάβρωση του κοινωνικού ιστού, επομένως, αποτελεί την πιο επιζήμια και εν δυνάμει αυτοκαταστροφική απόρροια μιας τέτοιας μορφής κοινωνικοποίησης, βασισμένη στην πόλωση και το άκριτο μίσος προς τον έτερο – όποια μορφή και αν αυτός έχει.

    Κι όμως, η ολική (αυτο)καταστροφή των διαπροσωπικών σχέσεων και κατά συνέπεια της κοινωνίας, δεν είναι μονόδρομος. Και δεν χρειάζεται να είναι. Τα τελευταία χρόνια δε, με τις ολοένα και αυξανόμενες επιμορφώσεις σε διάφορες υποδομές του εκάστοτε κράτους και όχι μόνο, τα κορίτσια είναι λίγο-πολύ επαρκώς ενημερωμένα για πολλές εκφάνσεις του μισογυνισμού, ακόμη και για τις λιγότερο εμφανείς ‘με γυμνό μάτι’. Για να αποτραπεί όμως αυτή η εισροή νέων αγοριών προς τον εκάστοτε ιντερνετικό γκουρού των σχέσεων και του έρωτα, αυτές οι ίδιες υποδομές, παρά τα εμφανή μειονεκτήματα που μπορεί να τις ταλανίζουν και να αποτελούν το αντικείμενο δικαιολογημένων ή μη κριτικών, οφείλουν να επεκταθούν προς εκείνα. Προγράμματα, επιμορφώσεις, ειδικά διαμορφωμένα εκπαιδευτικά συστήματα και τακτικές, τόσο στο σχολείο όσο και στην οικογένεια, είναι λίγα μόνο από τα βήματα που αργά αλλά σταθερά μπορούν να διαπλάσουν σωστά την ευαίσθητη ψυχοσύνθεση του νέου χωρίς να δημιουργούν τόσο βαθιά συναισθηματικά κενά που οδηγούν το νεαρό αγόρι να τα καλύψει με τον λόγο του καλοθελητή αγνώστου – dating coach του διαδικτύου.

    Τελευταίο και ίσως σημαντικότερο βήμα είναι το παράδειγμα. Τα παιδιά, ανεξάρτητου φύλου, μαθαίνουν να αντιλαμβάνονται τον κόσμο και την θέση τους μέσα σε αυτόν όχι από τα λόγια του γονιου από τις πράξεις του. Ας τελειώνουμε επιτέλους με το ‘τα αγόρια δεν κλαίνε’ ή ‘μόνο τα κορίτσια φοβούνται’. Εάν οι πατέρες του σήμερα δεν γίνουν οι ίδιοι πρότυπα υγιούς αρρενοπώτητας, αν δεν κάνουν εκείνοι το πρώτο βήμα να αναγνωρίσουν την εγγενή τοξικότητα της μισογυνιστικής απόχρωσης πιθανών βιωμάτων τους και δεν υιοθετήσουν οι ίδιοι, μέσα από τη στάση τους, αυτή την απίστευτα εξωφρενική ιδέα ότι οι γυναίκες δεν είναι ξέχωρο ‘είδος, ένας παράλληλος κόσμος που ουδεμία σχέση μπορεί να έχει με την δική τους ύπαρξη, τότε όση δουλειά και να γίνει από το κράτος, την εκπαίδευση και τον ακτιβισμό των υπερμάχων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αυτή θα αναιρεθεί τη στιγμή που το παιδί θα βρεθεί ξανά μέσα στην οικογένεια.

    Γιατί, αν υπάρχει κάτι πραγματικά ντροπιαστικό, δεν είναι – και δεν ήταν ποτέ πραγματικά – το να μοιάζει κανείς ‘σαν κορίτσι’. Η αληθινή ντροπή βρίσκεται στο να νομίζει κάποιος πως η αξία του εξαρτάται από ένα τυχαίο χαρακτηριστικό της γέννησής του, μια ψευδαίσθηση που δεν αποκαλύπτει καμία ουσιαστική αρσενική υπεροχή, αλλά μόνο το εύρος της άγνοιας που τη στηρίζει.

  • Περισκόπιο: Το Ιράν χθες, σήμερα και αύριο (;)

    Περισκόπιο: Το Ιράν χθες, σήμερα και αύριο (;)

    Υπάρχουν πολλές παραπληροφορήσεις σχετικά με τις διαμαρτυρίες στο Ιράν. Το γεγονός ότι ένας πρώην πρίγκιπας που ζει εξόριστος στις ΗΠΑ προωθείται ως ο επόμενος ηγέτης της Τεχεράνης, καταδεικνύει την πολυπλοκότητα και την αβεβαιότητα της κατάστασης.

    Ο 65χρονος Ρεζά Παχλαβί φέρεται να υποστηρίζεται από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ για να αναλάβει την εξουσία στην Τεχεράνη. Η «τρέχουσα αναταραχή» αναφέρεται από το Aljazeera ως το «Σχέδιο Β» του Ντόναλντ Τραμπ και του Μπέντζαμιν Νετανιάχου «μετά την ολοκλήρωση του 12ήμερου πολέμου μεταξύ Ισραήλ και Ιράν τον Μάιο του περασμένου έτους». Πράγματι, το Ισραήλ υποστηρίζει την επιστροφή του Παχλαβί στο Ιράν εδώ και αρκετό καιρό, όπως ανέφερε η Haaretz τον περασμένο Οκτώβριο.

    Όμως, είτε μας αρέσει είτε όχι, εξακολουθούν να υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι της εργατικής τάξης που υποστηρίζουν την κυβέρνηση του Ιράν. Περισσότεροι από 13 εκατομμύρια ψηφοφόροι υποστήριξαν τον υπερσυντηρητικό υποψήφιο Σαΐντ Τζαλίλι στις τελευταίες εκλογές. Πρόκειται για έναν εξέχοντα, σκληροπυρηνικό Ιρανό πολιτικό, ακαδημαϊκό και πρώην επικεφαλής των πυρηνικών διαπραγματεύσεων, γνωστό για την βαθιά του πίστη στον Ανώτατο Ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, ο οποίος υπηρετεί ως εκπρόσωπός του στο Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας (SNSC) και έχει υποβάλει υποψηφιότητα για την προεδρία πολλές φορές, με την πιο πρόσφατη να είναι το 2024. Μια τέτοια υποστήριξη δεν μπορεί να αγνοηθεί.
    Αυτοί οι ψηφοφόροι υποστηρίζουν το καθεστώς και την ισχυρή εθελοντική πολιτοφυλακή Basij του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC), καθώς και το ίδιο το Σώμα. Και αυτές οι ομάδες δεν πρόκειται να πάνε πουθενά.

    Διαβάστε επίσης:

    https://staging.upflow.gr/apokleistiki-synenteyxi-toy-giani-varoyfaki-sto-verite-kai-ton-irakli-migdo/

    Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν διαμάχες εντός της κυβέρνησης και διακριτικά σημάδια αλλαγής που εξετάζονται. Αν αυτό συμβεί, θα είναι χάρη στους ηρωικούς επαναστάτες στο έδαφος που αγαπούν τη χώρα τους και θα μπορούσαν να δείξουν τις δικές τους ηγετικές ικανότητες χωρίς να χρειαστεί να εισαγάγουν έναν υποψήφιο σάχη που αντιπροσωπεύει το παρελθόν και όχι το μέλλον. Το μέλλον του Ιράν βρίσκεται στους διαδηλωτές των δρόμων, αλλά αμφιβάλλω αν ακόμη και αυτοί περιμένουν το καθεστώς να καταρρεύσει από τη μια μέρα στην άλλη. Πρόκειται για έναν έξυπνο πληθυσμό.
    Ο πρόεδρος Masoud Pezeshkian κέρδισε τις πρόωρες προεδρικές εκλογές μετά το θάνατο του Ebrahim Raisi σε συντριβή ελικοπτέρου τον Μάιο του 2024. Είναι ανοιχτός σε αλλαγές. Η μεγαλύτερη θετική επιρροή στο εσωτερικό του Ιράν προέρχεται από τον βετεράνο πολιτικό Αλί Λαριτζανί, μια εξέχουσα προσωπικότητα στην ιρανική εξουσία, ο οποίος τον Αύγουστο του 2025 διορίστηκε γραμματέας του SNSC και προσωπικός εκπρόσωπος του Ανώτατου Ηγέτη σε αυτό το όργανο. Οι Ιρανοί δεν είναι σίγουρα πολιτικά αφελείς· ξέρουν τι θέλουν: ριζικές αλλαγές στις πολιτικές του καθεστώτος, ειδικά αν το IRGC αναλάβει τον έλεγχο.

    Σε αντίθεση με άλλες χώρες και άλλες επαναστάσεις, δεν υπάρχει πραγματική αντιπολίτευση ούτε εντός του Ιράν ούτε πέρα από τα σύνορά του. Οι εξόριστες αντιπολιτευόμενες ομάδες είναι διασπασμένες και αδύναμες, παρά την υποστήριξη των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου. Οι εκκλήσεις για την επιστροφή της μοναρχίας είναι σχεδόν γελοίες. Οι μνήμες από τη βία του τελευταίου Σάχη και τα βασανιστήρια της μυστικής αστυνομίας Savak είναι ακόμα νωπές στο Ιράν.

    Μια τεράστια ποσότητα παραπληροφόρησης διαδίδεται χάρη στα δεξιά δυτικά μέσα ενημέρωσης με ισλαμοφοβικές ατζέντες που τροφοδοτούνται από τον σιωνισμό. Αυτό που δεν καταλαβαίνουν οι πρωτεργάτες αυτής της προπαγανδιστικής εκστρατείας είναι ότι ένας σημαντικός αριθμός Ιρανών που θέλουν την πτώση του καθεστώτος συνειδητοποιούν επίσης ότι η κατάρρευσή του θα δημιουργούσε ένα κενό που θα οδηγούσε σε σοβαρή αστάθεια, με πιθανό αποτέλεσμα το Ιράν να διαλυθεί σε μια σειρά από μίνι-κράτη.

    Η πραγματική πίεση ασκείται λοιπόν στην κυβέρνηση να προσφέρει στους διαδηλωτές θετικές αλλαγές, συμπεριλαμβανομένων νέων πολιτικών. Όσο θυμωμένοι και αν είναι με το καθεστώς, φοβούνται εξίσου το τι θα ακολουθήσει σε περίπτωση κατάρρευσής του. Μπορεί να μην απασχολεί τους ταραξίες στην Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ το πού θα οδηγήσει όλο αυτό, αλλά δεν πληρώνουν το τίμημα με το αίμα τους. Επιπλέον, το σιωνιστικό κράτος έχει ήδη πράκτορες που δραστηριοποιούνται στο έδαφος του Ιράν, σύμφωνα με έναν Ισραηλινό υπουργό, αν και οι υπηρεσίες ασφαλείας του συμβουλεύουν να μην «επεμβαίνουν στα γεγονότα του Ιράν». Σε κάθε περίπτωση, το Ισραήλ δεν είναι φίλος του Ιράν και του λαού του και δεν μπορεί να είναι αξιόπιστο.

    Οι ΗΠΑ δεν είναι ούτε δύναμη του καλού ούτε οικοδόμοι εθνών, εκτός αν ο εκάστοτε πρόεδρος του Λευκού Οίκου ή η οικογένεια και οι φίλοι του έχουν να κερδίσουν πολλά χρήματα από αυτό. Υπάρχουν πολλές αποδείξεις για το τι μπορεί να προκύψει και συνήθως προκύπτει από την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ – η οποία βασικά υποστηρίζει το Ισραήλ ό,τι και να συμβεί, και αν υπάρχει πετρέλαιο, τόσο το καλύτερο – κυρίως αν αναλύσουμε τι συνέβη στο Ιράκ, τη Συρία, τη Λιβύη και τη Γάζα μετά τις επαναστατικές εξεγέρσεις.

    Αυτό που συμβαίνει στο Ιράν είναι πολύ περισσότερο από ό,τι φαίνεται με την πρώτη ματιά. Προσοχή στη δυτική προπαγάνδα. Δεν έχει καλές προθέσεις.

  • Κάτω από τα Ραντάρ: Όταν η πολιτική ατζέντα αρχίζει από τον πόνο και τελειώνει στην υποψία

    Κάτω από τα Ραντάρ: Όταν η πολιτική ατζέντα αρχίζει από τον πόνο και τελειώνει στην υποψία

    Τις τελευταίες ημέρες, η συζήτηση γύρω από τη δημιουργία πολιτικού φορέα από τη Μαρία Καρυστιανού, τη μητέρα θύματος των Τεμπών που σήκωσε στα χέρια της το αίτημα για δικαιοσύνη, βγήκε από το περιθώριο και μπήκε στα σαλόνια της πολιτικής αντιπαράθεσης. Αυτήν τη φορά όχι με επίσημη ανακοίνωση, αλλά με σχόλιο της Δόμνας Μιχαηλίδου, υπουργού Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, η οποία είπε ότι δυσκολεύεται να κατανοήσει πώς “κάποιος που βιώνει τόσο πόνο μπορεί να τον μεταφράσει σε πολιτικό κίνημα”.

    Γιατί ενδιαφέρει αυτό; Όχι επειδή αφορά απλώς δύο δημόσια πρόσωπα, αλλά γιατί αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο η πολιτική τάξη αντιλαμβάνεται τον ίδιο τον δημόσιο βίο και την είσοδο νέων υποκειμένων στο πολιτικό πεδίο.

    Η Μιχαηλίδου δεν απέκλεισε απλώς μια πολιτική πρωτοβουλία· εξέφρασε αμφιβολία για την ίδια την ιδέα ότι ο προσωπικός πόνος μπορεί να οδηγήσει σε πολιτική δράση. Τα λόγια της – ότι δεν μπορεί να “δει” πώς γίνεται ο πόνος αυτός πολιτικό εργαλείο – φέρνουν στο προσκήνιο ένα βαθύτερο ζήτημα: το πώς η πολιτική ελίτ αντιμετωπίζει ανθρώπους χωρίς πολιτικό παρελθόν που όμως μιλούν για το κράτος και τη λογοδοσία.

    Δεν είναι η πρώτη φορά που στην πολιτική “διδάσκεται” ποιος επιτρέπεται να μιλά δημόσια. Αλλά η σημασία αυτού του σχολίου δεν είναι μόνο προσωπική, είναι θεσμική. Η ελληνική πολιτική σκηνή έχει συνηθίσει να αναγνωρίζει ως “πολιτικά υποκείμενα” όσους έχουν διαδρομή μέσα στους μηχανισμούς, τα κόμματα ή την αυτοδιοίκηση. Η ιδέα ότι ένας πολίτης που έχασε το παιδί του μπορεί να διατυπώσει πολιτικό λόγο – και μάλιστα να τον μεταφράσει σε θεσμική πρωτοβουλία – είναι νέα. Και αυτό την καθιστά, για κάποιους, ύποπτη ή ακατανόητη.

    Το ζήτημα δεν είναι η Μιχαηλίδου ως πρόσωπο. Είναι η υποβόσκουσα νοοτροπία: ότι η πολιτική είναι παιχνίδι επαγγελματιών – όχι ανθρώπων με εμπειρίες που αφορούν τη δημόσια ευθύνη. Το να μιλήσει κάποιος για τον πόνο του δεν είναι πολιτική προσέγγιση. Το να μετασχηματίζει την εμπειρία σε λόγο που αφορά θεσμούς, λογοδοσία και κοινό καλό είναι. Και εδώ βρίσκεται το αίνιγμα: Μπορεί η πολιτική να νοηθεί ως χώρος αποκλειστικά των “ειδικών” – ή πρέπει να χωρά όσους έχουν άλλη γνώση: αυτήν που πηγάζει από την ίδια την κοινωνική πραγματικότητα;

    Η απάντηση που έδωσε η Μιχαηλίδου – ρητή ή υπόρρητη – δεν είναι απλώς προσωπική άποψη. Είναι εικόνα του τρόπου με τον οποίο το πολιτικό σύστημα καθορίζει ποιος δικαιούται να μιλήσει για την πολιτική. Η συζήτηση για το αν η Καρυστιανού “πρέπει” ή “δεν πρέπει” να κάνει κόμμα είναι δευτερεύουσα. Το κρίσιμο είναι ότι αυτό το ερώτημα τέθηκε. Και όχι από μεμονωμένους πολίτες ή αναλυτές· από υπουργό της κυβέρνησης.

    Αυτό λέει κάτι βαθύτερο για το πώς η πολιτική τάξη βλέπει τον ίδιο τον πολίτη: είτε ως υποκείμενο συλλογικής δράσης, είτε ως προσωπικό πρόβλημα που δεν αντέχει δημόσιο λόγο. Κι αυτή η αντίληψη είναι ίσως το πιο μεγάλο εμπόδιο σε μια πολιτική κοινότητα που θέλει να ακούει, όλο και περισσότερο, από όλους όσοι έχουν πράγματι κάτι να πουν, ακόμα κι όταν αυτό πονάει.

  • Οι «γραμμές» και η γραμμή της εξωτερικής πολιτικής

    Οι «γραμμές» και η γραμμή της εξωτερικής πολιτικής

    Η υποκρισία της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ δεν εκπλήσσει πλέον κανέναν. Η τελευταία τρανταχτή απόδειξη της υποκρισίας αυτής ήταν, όταν πριν λίγες μέρες, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τράμπ έδωσε χάρη και αποφυλάκισε έναν από τους χειρότερους εμπόρους ναρκωτικών στον κόσμο, τον πρώην δικτάτορα της Ονδούρας, Juan Orlando Hernandez. Ενώσω ο Hernandez ήταν δικτάτορας από το 2014 έως το 2022, ήταν ένας από τους πιο πιστούς συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών, που πιστά εξυπηρετούσε τα συμφέροντά τους στη Λατινική Αμερική και επέτρεψε την εγκατάσταση μεγάλων στρατιωτικών βάσεων των Αμερικανών στην Ονδούρα.

    Καθόλη τη διάρκεια της θητείας του, διηύθυνε μια από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις διακίνησης ναρκωτικών στον κόσμο, κάτι που η αμερικανική κυβέρνηση αναγκάστηκε να παραδεχτεί, αφού η επιχείρηση του Hernandez, είχε πλημμυρίσει τις ΗΠΑ με κοκαΐνη και επιδείνωση την κρίση ναρκωτικών που ήδη υπήρχε στη χώρα.

    Έτσι το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης καταδίκασε τον Hernandez και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 45 ετών για τη διακίνηση 400 τόνων κοκαΐνης καθώς και τη διακίνηση πυροβόλων όπλων. Ο Hernandez συνεργαζόταν επίσης με τον διαβόητο ηγέτη που μεξικανικού καρτέλ El Chapo Gusman. O El Chapo δωροδόκησε τον αδερφό του Hernandez με ένα εκατομμύριο δολάρια για να εξασφαλίσει την υποστήριξη του καθεστώτος του δικτάτορα.

    Ο Hernandez υπήρξε σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών όχι μόνο κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του Ντόναλντ Τράμπ, αλλά και κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Μπαράκ Ομπάμα, γιατί ο επεκτατισμός των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική ήταν πάντα μια ενιαία πολιτική.

    Κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του Ντόναλντ Τράμπ, ο Αμερικανός πρόεδρος χρησιμοποιούσε την Ονδούρα ως μοχλό πίεσης προς τη γειτονική Νικαράγουα και την αριστερή κυβέρνησή της. Επίσης ο Hernandez υποστήριξε το 2019 την προσπάθεια του Τράμπ για πραξικόπημα στη Βενεζουέλα.

    Η υποκρισία σήμερα γίνεται ακόμα πιο εξωφρενική αφού ο Τράμπ διεξάγει έναν βρόμικο πόλεμο εναντίον της Βενεζουέλας, προσπαθώντας να ανατρέψει την κυβέρνηση Μαδούρο που στέκεται εμπόδιο στα σχέδιά του για μια νέα απόπειρα πραξικοπήματος και την επεκτατικότητα των Ηνωμένων Πολιτειών.

    Follow the money, είναι η γνωστή έκφραση. Follow the path of drugs ίσως θα ήταν μια καίρια προσθήκη. Don’t follow neither of them, θα ήταν μια εξαιρετικά σημαντική παραίνεση.

  • Η κρίση της δημοκρατίας δεν είναι ατύχημα – Μπορεί να αναστραφεί;

    Η κρίση της δημοκρατίας δεν είναι ατύχημα – Μπορεί να αναστραφεί;

    Η κρίση της δημοκρατίας δεν ξεκινά όταν καταλύονται οι θεσμοί, αλλά όταν παύουμε να πιστεύουμε ότι μας αφορούν. Τα τελευταία χρόνια, η δημοκρατία μοιάζει να βρίσκεται σε μια παράδοξη κατάσταση. Οι θεσμοί λειτουργούν τυπικά, οι εκλογικές διαδικασίες διεξάγονται κανονικά και το συνταγματικό πλαίσιο παραμένει σε ισχύ. Κι όμως, η εμπιστοσύνη των πολιτών φθίνει, η συμμετοχή υποχωρεί και ο δημόσιος διάλογος φτωχαίνει. Η αίσθηση ότι οι κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονται αλλού έχει παγιωθεί. Δεν πρόκειται για μια συγκυριακή δυσλειτουργία ούτε για μια πρόσκαιρη εκτροπή, αλλά για μια βαθιά, δομική φθορά της ίδιας της δημοκρατικής εμπειρίας.

    Ο Βρετανός πολιτικός επιστήμονας Colin Crouch περιέγραψε αυτό το φαινόμενο με τον όρο «μεταδημοκρατία». Σύμφωνα με την ανάλυσή του, οι δημοκρατικοί θεσμοί δεν καταλύονται, διατηρούν τη μορφή τους, αλλά αδειάζουν σταδιακά από ουσιαστικό περιεχόμενο. Οι εκλογικές διαδικασίες παραμένουν τυπικά ανέπαφες, όμως η πραγματική πολιτική ισχύς μετατοπίζεται σε κλειστά και περιορισμένα κέντρα λήψης αποφάσεων, μακριά από τον δημόσιο έλεγχο και τη συλλογική διαβούλευση. Η πολιτική μετατρέπεται σε επικοινωνιακό προϊόν, ενώ οι πολίτες περιορίζονται στον ρόλο του παθητικού θεατή. Το πρόβλημα, συνεπώς, δεν είναι ότι η δημοκρατία καταργείται, αλλά ότι παύει να είναι ουσιαστικά συμμετοχική και πειστική.

    Σε αυτό το πλαίσιο, η κρίση της δημοκρατίας δεν μπορεί να ερμηνευθεί χωρίς τη σύνδεσή της με τις οικονομικές ανισότητες. Ο Thomas Piketty έχει τεκμηριώσει, με εκτενή εμπειρικά δεδομένα, ότι οι σύγχρονες κοινωνίες κινούνται προς μια νέα συγκέντρωση πλούτου και ισχύος, η οποία υπονομεύει ευθέως την ουσία της δημοκρατικής ισότητας. Όταν μεγάλα τμήματα του πληθυσμού αντιλαμβάνονται ότι οι δυνατότητες κοινωνικής κινητικότητας περιορίζονται, η πολιτική ισότητα εκφυλίζεται σε τυπική διακήρυξη χωρίς πραγματικό αντίκρισμα. Η ψήφος μπορεί να παραμένει τυπικά ίση, όμως η δυνατότητα επιρροής στις συλλογικές αποφάσεις δεν κατανέμεται με τον ίδιο τρόπο.

    Οι ανισότητες δεν διαβρώνουν μόνο την κοινωνική συνοχή, υπονομεύουν ευθέως τη νομιμοποίηση των ίδιων των θεσμών. Η δημοκρατία προϋποθέτει ένα ελάχιστο κοινό έδαφος δικαιοσύνης και ισότητας ευκαιριών, εντός του οποίου οι πολίτες αποδέχονται τους κανόνες του παιχνιδιού. Όταν αυτό το έδαφος αποσαθρώνεται, ενισχύονται φαινόμενα πολιτικής αποχής, ριζοσπαστικοποίησης ή προσφυγής σε απλουστευτικές αφηγήσεις που υπόσχονται εύκολες λύσεις. Υπό αυτή την έννοια, η άνοδος του λαϊκισμού δεν αποτελεί την πρωτογενή αιτία της κρίσης της δημοκρατίας, αλλά ένα από τα πιο ορατά συμπτώματά της.

    Ο Francis Fukuyama, αν και συχνά συνδέεται με τη θέση περί «τέλους της ιστορίας», τα τελευταία χρόνια έχει μετατοπίσει το επίκεντρο της ανάλυσής του στο ζήτημα της θεσμικής ανθεκτικότητας. Το κρίσιμο ερώτημα σήμερα δεν είναι αν η φιλελεύθερη δημοκρατία υπερέχει θεωρητικά έναντι των εναλλακτικών της, αλλά αν οι θεσμοί της μπορούν να λειτουργούν αποτελεσματικά, δίκαια και αξιόπιστα μέσα σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης κοινωνικής και οικονομικής πολυπλοκότητας. Η δημοκρατία δεν απειλείται πλέον μόνο από εξωτερικούς ανταγωνιστές ή αυταρχικά πρότυπα, αλλά και από τη δική της αδυναμία να παράγει αποτελέσματα που οι πολίτες αντιλαμβάνονται ως δίκαια και λειτουργικά.

    Η σύγκλιση των τριών αυτών προσεγγίσεων οδηγεί σε ένα σαφές συμπέρασμα, ότι η κρίση της δημοκρατίας δεν αποτελεί ιστορικό ατύχημα αλλά το αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών, οικονομικών και θεσμικών επιλογών και ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο μπορεί υπό προϋποθέσεις να αναστραφεί

    Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η δημοκρατία «πεθαίνει», αλλά αν το πολιτικό και θεσμικό της πλαίσιο καθώς και οι θεσμοί που τη συγκροτούν διαθέτουν τα εργαλεία για την ανανέωσή της.Η απάντηση δεν βρίσκεται σε γενικόλογες εκκλήσεις για «περισσότερη συμμετοχή», αλλά σε στοχευμένες κατευθύνσεις πολιτικής και θεσμικής ανασυγκρότησης που αγγίζουν τον πυρήνα των κοινωνικών ανισοτήτων. Χωρίς ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο που να αποκαθιστά τη σχέση ανάμεσα στην εργασία, την αναδιανομή και τις πραγματικές ευκαιρίες ζωής, η δημοκρατία θα παραμένει εύθραυστη και διαρκώς εκτεθειμένη σε κρίσεις νομιμοποίησης.

    Υπό το πρίσμα της θεωρίας περί κρίσης νομιμοποίησης, η αποδυνάμωση της σχέσης μεταξύ εργασίας, αναδιανομής και κοινωνικής ένταξης συνιστά δομική απειλή για τη δημοκρατική τάξη. Σε συνθήκες επιταχυνόμενης αυτοματοποίησης και τεχνητής νοημοσύνης, η αδυναμία διαμόρφωσης ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου μεταφράζεται σε απώλεια κοινωνικής συναίνεσης και σε αυξανόμενη αμφισβήτηση της ικανότητας των δημοκρατικών θεσμών να παράγουν δίκαια και κοινωνικά αποδεκτά αποτελέσματα.

    Απαιτείται ενίσχυση της ποιότητας των θεσμών. Η Δικαιοσύνη, η Δημόσια Διοίκηση, οι ανεξάρτητες αρχές και οι μηχανισμοί λογοδοσίας δεν αποτελούν δευτερεύοντα τεχνικά ζητήματα, αλλά τον σκελετό της ίδιας της δημοκρατικής λειτουργίας. Όταν οι θεσμοί καθυστερούν, δυσλειτουργούν ή γίνονται αντιληπτοί ως άδικοι, η δημοκρατία χάνει την καθημερινή της αξιοπιστία και μαζί της, τη σχέση εμπιστοσύνης με τους πολίτες.

    Παράλληλα, τίθεται το ζήτημα της αποκατάστασης του πολιτικού νοήματος της δημοκρατίας, με ουσιαστικούς όρους. Όχι περισσότερη πόλωση, αλλά περισσότερο νόημα. Όχι πολιτική ως θέαμα, αλλά πολιτική ως συλλογική διαδικασία επιλογών. Οι πολίτες δεν αποστρέφονται τη δημοκρατία· αποστρέφονται την αίσθηση ότι η συμμετοχή τους δεν έχει πραγματικό αποτέλεσμα.

    Η ελληνική περίπτωση δεν αποτελεί εξαίρεση. Αντιθέτως, συμπυκνώνει πολλές από τις παθογένειες που περιγράφονται διεθνώς. Η πολυετής οικονομική κρίση, η διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, η κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς και η κόπωση του πολιτικού συστήματος έχουν αφήσει βαθύ αποτύπωμα. Ταυτόχρονα, όμως, αναδεικνύουν και τη σημασία της θεσμικής ανασυγκρότησης ως πολιτικού διακυβεύματος πρώτης γραμμής.

    Η αναστροφή της κρίσης της δημοκρατίας δεν είναι εύκολη ούτε άμεση. Προϋποθέτει πολιτικό θάρρος, κοινωνικές συμμαχίες και μακροπρόθεσμη στρατηγική. Κυρίως, όμως, προϋποθέτει την παραδοχή ότι η δημοκρατία δεν είναι ένα κεκτημένο που απλώς συντηρείται, αλλά ένα διαρκές έργο που απαιτεί ανανέωση.

    Η δημοκρατία δεν καταρρέει ξαφνικά. Φθείρεται αργά, όταν παύει να απαντά στις ανάγκες των κοινωνιών που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί. Αντίστοιχα, δεν αναγεννάται με συνθήματα, αλλά με πολιτικές που αποκαθιστούν την ισότητα, τη θεσμική αξιοπιστία και το νόημα της συμμετοχής. Υπό αυτή την έννοια, η κρίση της δημοκρατίας δεν είναι ατύχημα. Είναι πρόκληση. Και παραμένει ανοιχτό το στοίχημα αν θα την αντιμετωπίσουμε ως τέτοια.

  • Κάτω από τα ραντάρ: Οι «Αιώνιοι» στο απόσπασμα – Μεταρρύθμιση ή συμβολική εκκαθάριση των Πανεπιστημίων;

    Κάτω από τα ραντάρ: Οι «Αιώνιοι» στο απόσπασμα – Μεταρρύθμιση ή συμβολική εκκαθάριση των Πανεπιστημίων;

    Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη ρύθμιση για τη διαγραφή των λεγόμενων «αιώνιων φοιτητών» ως τομή λογικής και τάξης στα ελληνικά πανεπιστήμια. Ένα μέτρο που –όπως υποστηρίζει– βάζει τέλος στην ακαδημαϊκή εκκρεμότητα δεκαετιών και ευθυγραμμίζει τη χώρα με τα ευρωπαϊκά δεδομένα.
    Όμως πίσω από τη ρητορική της «εξυγίανσης», κρύβεται ένα ερώτημα που δεν απαντάται εύκολα: πρόκειται για ουσιαστική μεταρρύθμιση ή για μια επικοινωνιακή επίδειξη πειθαρχίας;

    Η εφαρμογή ανώτατου χρονικού ορίου φοίτησης οδηγεί χιλιάδες φοιτητές –πολλούς εκ των οποίων ανενεργούς, αλλά και αρκετούς ενεργούς υπό δύσκολες συνθήκες– εκτός πανεπιστημίων.
    Η υπουργός Παιδείας επιμένει ότι «δεν μπορεί να υπάρχουν φοιτητές 20 και 30 ετών στα μητρώα», επικαλούμενη την εικόνα και τη λειτουργικότητα των ΑΕΙ. Το ερώτημα όμως δεν είναι αν υπάρχουν αιώνιοι φοιτητές. Το ερώτημα είναι γιατί υπάρχουν.

    Η δημόσια συζήτηση σπάνια αγγίζει τις πραγματικές αιτίες: φοιτητές που εργάζονται για να επιβιώσουν, χρόνια υποχρηματοδότηση και ελλείψεις σε προσωπικό, μαθήματα που δεν προσφέρονται τακτικά, πτυχιακές και εργαστήρια που «κολλάνε» σε γραφειοκρατικά αδιέξοδα. Σε αυτό το περιβάλλον, η διαγραφή δεν λειτουργεί ως λύση, αλλά ως τελική πράξη αποποίησης ευθύνης του κράτους.

     

    Η κυβέρνηση ζητά από τα πανεπιστήμια να λειτουργούν με ευρωπαϊκούς χρόνους, χωρίς όμως να τους παρέχει ευρωπαϊκούς πόρους. Χωρίς επαρκές διδακτικό προσωπικό. Χωρίς σύγχρονες υποδομές. Χωρίς φοιτητική μέριμνα που να επιτρέπει σε έναν νέο να σπουδάζει χωρίς να εργάζεται εξαντλητικά. Έτσι, η «αυστηρότητα» μοιάζει λιγότερο με μεταρρύθμιση και περισσότερο με συμβολική επίδειξη πυγμής.

    Το μέτρο στέλνει ένα σαφές σήμα: η ανώτατη εκπαίδευση αντιμετωπίζεται όχι ως κοινωνικό δικαίωμα, αλλά ως σύστημα φιλτραρίσματος. Όποιος δεν αντέχει τον ρυθμό –για οικονομικούς, κοινωνικούς ή προσωπικούς λόγους– απλώς απομακρύνεται. Το αν αυτό βελτιώνει πραγματικά τα πανεπιστήμια ή απλώς «καθαρίζει» στατιστικά, παραμένει ανοιχτό.

    Οι «αιώνιοι φοιτητές» έγιναν το εύκολο σύμβολο ενός προβλήματος πολύ πιο σύνθετου.
    Η διαγραφή τους μπορεί να απλοποιεί τους πίνακες, αλλά δεν θεραπεύει τις παθογένειες της ανώτατης εκπαίδευσης. Γιατί η παιδεία δεν βελτιώνεται με διαγραφές. Βελτιώνεται με επενδύσεις, στήριξη και σοβαρό σχεδιασμό. Και αυτά, προς το παρόν, παραμένουν… εκτός εξεταστέας ύλης.

  • Το σχέδιο «Λατινική Αμερική»

    Το σχέδιο «Λατινική Αμερική»

    Η ανάμειξη των Ηνωμένων Πολιτειών στα εσωτερικά των χωρών της Λατινικής Αμερικής δεν είναι κάτι καινούργιο. Η νέα κυβέρνηση Τραμπ όμως έχει καταστήσει προτεραιότητα της εξωτερικής της πολιτικής το θέμα της Λατινικής Αμερικής. Αυτό έγινε περισσότερο σαφές μετά τη δημοσίευση από τον Λευκό Οίκο ενός εγγράφου στρατηγικής της Υπηρεσίας Εθνικής Ασφάλειας. Το έγγραφο αυτό καλεί στην αναβίωση του διακοσίων ετών δόγματος Μονρό που καθιστά σαφές πως η Λατινική Αμερική είναι μέρος της σφαίρας επιρροής της αυτοκρατορίας των Ηνωμένων Πολιτειών. Συνεπής στο δόγμα Μονρό ο Ντόναλντ Τραμπ ξεκαθάρισε πως η Ουάσινγκτον θα προσπαθήσει να διατηρήσει την υπεροχή της έναντι άλλων διεκδικητών, υπονοώντας σαφώς την Κίνα, τη Ρωσία αλλά και το Ιράν. Ο κύριος στόχος του είναι να εκδιώξει την Κίνα από την Λατινική Αμερική και να εξαναγκάσει τις χώρες να διακόψουν κάθε δεσμό με αυτήν, θεωρώντας πως η περιοχή είναι κάτι σαν την πίσω αυλή των Ηνωμένων Πολιτειών. Πρόθυμοι να υποστηρίξουν τις προσπάθειες αυτές ηγέτες δυστυχώς υπάρχουν αρκετοί. Ένας από αυτούς είναι ο δεξιός πρόεδρος της Αργεντινής Javier Mille, ένας από τους πιο στενούς και υποτακτικούς συμμάχους των Αμερικανών. “Ταϊσμενος” με πολλά εκατομμύρια δολάρια, έχει κάνει οτιδήποτε του υπέδειξαν οι ΗΠΑ, πράγμα αρκετά ειρωνικό, αν σκεφτεί κανείς πως αυτοαποκαλείται άναρχο – καπιταλιστής!

    Στη γειτονική Χιλή, ο νεοεκλεγής πρόεδρος Jose Antonio Cast , είναι μια φιγούρα ακόμα πιο σκοτεινή. Υποστηρικτής του Ντόναλντ Τραμπ και του πρώην δικτάτορα Αυγκούστο Πινοσέτ, καθώς και του κράτους του Ισραήλ, είναι γιος ναζί, τον οποίο μετά τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, οι Αμερικανοί στρατολόγησαν (όπως και πολλούς άλλους) και έστειλαν στη Λατινική Αμερική ώστε να οργανώσουν τα πραξικοπήματα που σχεδίαζαν με στόχο την ανατροπή των δημοκρατικά εκλεγμένων σοσιαλιστικών κυβερνήσεων που έστεκαν εμπόδιο στα σχέδιά τους για άνευ όρων παράδοση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της περιοχής. Ο αδελφός του, Μιγκέλ, σπούδασε με υποτροφία του ιδρύματος Φόρντ και ήταν ένας από τα Chicago Boys, οικονομολόγοι που είχαν γαλουχηθεί με τις ιδέες του νεοφιλελευθερισμού από τον Friedman και εργάστηκε για την κυβέρνηση Πινοσέτ. Μια κυβέρνηση που κατάφερε να πάρει την εξουσία με πραξικόπημα υποστηριζόμενο από την CIA. Αυτό που ήθελαν οι Αμερικανοί από τη Χιλή ήταν ο χαλκός (η Χιλή είναι πρώτη χώρα στον κόσμο σε παραγωγή χαλκού). Ο Πινοσέτ διευκόλυνε τα πράγματα ιδιωτικοποιώντας τη μέχρι τότε δημόσια επιχείρηση εκμετάλλευσης χαλκού(ήταν δημόσια με απόφαση του Αλιέντε), αλλά ο Πινοσέτ, πιστός στην οικονομική ιδεολογία της ελεύθερης αγοράς, ιδιωτικοποίησε και το δίκτυο ύδρευσης και ηλεκτρισμού καθώς και το σύστημα περίθαλψης.

    Η χώρα σιγά σιγά πέρασε στην αποβιομηχάνιση, εξαρτήθηκε από τις εισαγωγές, έγινε μια αποικία παραγωγής χαλκού.

    Για την επίτευξη των στόχων του, ο Ντόναλντ Τραμπ, έχει επιστρατεύσει τον νέο συντηρητικό Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος έχει αφιερώσει όλη του την πολιτική σταδιοδρομία στην ανατροπή των σοσιαλιστικών κυβερνήσεων της Λατινικής Αμερικής.

    Βλέποντας κανείς το πώς διαμορφώνεται σήμερα ο πολιτικός χάρτης της Λατινικής Αμερικής, φαίνεται δυστυχώς πως σιγά σιγά οι στόχοι αυτοί επιτυγχάνονται. Μια σειρά χωρών όπως η Χιλή και η Αργεντινή, η Παραγουάη, η Βολιβία, το Περού, το Εκουαδόρ, η Κόστα Ρίκα και άλλες, έχουν κυβερνήσεις φίλα προσκείμενες στις ΗΠΑ. Μόνη αντίσταση, οι σοσιαλιστικές κυβερνήσεις της Κούβας, της Βενεζουέλας και της Νικαράγουα.

    Η ιστορία λένε επαναλαμβάνεται είτε ως φάρσα είτε ως τραγωδία.

    Τα σχέδια που κάποτε έκαναν ο Νίξον με τον Κίσσινγκερ, αναβιώνουν με πρωταγωνιστές τον Τραμπ και τον Ρούμπιο. Τα ίδια πράγματα που ζητούσαν πριν πολλές δεκαετίες οι ΗΠΑ, τα ίδια ζητούν και τώρα.

    Χαλκό, τόσο απαραίτητο για την τεχνολογία των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, λίθιο (κοιτάσματα υπάρχουν εκτός από την Κίνα και την Αφρική και σε τρεις χώρες της Λατινικής Αμερικής συμπεριλαμβανομένης της Χιλής), απαραίτητο για τις μπαταρίες των ηλεκτρικών αυτοκινήτων (είναι γνωστό πως ο Cast υποσχέθηκε την εκμετάλλευση του κοιτάσματος λιθίου στον Ήλον Μάσκ).

    Τι είναι όμως αυτό που βοήθησε τον Cast να πάρει την εξουσία παρά την τόσο αμφιλεγόμενη προσωπικότητά του; Οι Χιλιανοί αντέδρασαν. Ένιωσαν πως προδόθηκαν από τον Gabriel Boric, έναν πολιτικό που υιοθέτησε την εικόνα του επανάσταση, αλλά τελικά δεν συγκρούστηκε ποτέ με τα οργανωμένα συμφέροντα και τους οικονομικούς ολιγάρχες, έναν άνθρωπο με αστική καταγωγή (σε αντίθεση π.χ. με τον Λούλα τον Βραζιλιάνο ηγέτη που προέρχεται από τα λαϊκά στρώματα και έχει εμπειρία στα συνδικάτα) και στενές σχέσεις με τον Τζο Μπάιντεν.

    Η άνοδος ακροδεξιών ηγετών και κυβερνήσεων είτε ως αποτέλεσμα απογοήτευσης είτε ως αποτέλεσμα αντίδρασης (βλέπε Όρμπαν) είναι ένα φαινόμενο που δεν θα έπρεπε να μας εκπλήσσει. Ανέκαθεν τα αφηγήματα και η ιδεολογία των τάσεων αυτών χρησιμοποιούνται ως μέσο χειραγώγησης των μαζών για την επίτευξη των στόχων των καπιταλιστών ιμπεριαλιστών. Οι ελάχιστοι εναπομείναντες πυρήνες αντίστασης δεν αρκούν για να αναχαιτίσουν τον επεκτατισμό αυτό.

    Το κατά πόσο μια γενικευμένη σύρραξη θα υπάρξει στο μέλλον απομένει να το δούμε.

  • Influencer από τα 4 – Γιατί θεοποιούμε την παιδική εργασία;

    Influencer από τα 4 – Γιατί θεοποιούμε την παιδική εργασία;

    Πρόσφατα, παρακολούθησα ένα βίντεο γνωστής Ελληνίδας influencer στο οποίο προσπαθούσε να διαψεύσει όποιον την κατηγορούσε ότι χρησιμοποιούσε «λεφτά των γονιών της» για να ζήσει το ακριβό της lifestyle.

    Η νεαρή κοπέλα, γύρω στα 18 έτη, αφιέρωσε αρκετό χρόνο στο να εξηγεί ότι τα social media είναι πραγματική δουλειά κι ότι διαχειρίζεται μόνη της όλα της τα έξοδα εκτός από τα δίδακτρα για την ιδιωτική σχολή στην οποία φοιτά, χάρη στο ότι «δουλευει από τα 4» στη showbiz.
    Παύση. Πώς γίνεται ένα παιδί στην Ελλάδα να εργάζεται από τα 4; Και κυρίως, πώς γίνεται να θεωρούμε υπερηφάνεια το γεγονός αυτό;

    Το παιδι- influencer είναι στην πραγματικότητα το πιο νέο είδος παιδικής εργασίας που περνά «απαρατήρητο», κρυμμένο πίσω από την χαριτωμένη, αξιοζήλευτη και τέλεια εικόνα που δείχνουν αυτές οι οικογένειες για τα παιδιά τους. Παιδιά που όλη τους η ζωή καταγράφεται στην κάμερα και αντί να περάσουν μια ανέμελη παιδική ηλικία γίνονται εμπορικά προϊόντα.

    Στα 4 έτη, ένα παιδί θα πρέπει να περνά χρόνο με την οικογένειά του, να κοινωνικοποιείται και να κάνει τα πρώτα βήματα του στο σχολείο. Όχι να εργάζεται. Το κοινό, όμως, φαίνεται να μην το αναγνωρίζει αυτο. Οι απαντήσεις στο βίντεο ήταν ένας συνδιασμός έντονης ζήλιας, ή παράφορου θαυμασμού προς μια κοπέλα, πρακτικά άγνωστη.

    Η εμμονή του Έλληνα να κάνει μεγάλη ζωή – ή συγκεκριμένα να δείχνει ότι κάνει μεγάλη ζωή, μας τυφλώνει απέναντι σε αυτό το διαδικτυακό «φαίνεσθαι», σε σημείο που αναπτύσσουμε μία παρακοινωνική σχέση με τους influencers. Τα άτομα αυτά είναι προϊόντα, είναι brand, είναι καμπάνιες. Δεν είναι φίλοι ούτε γνωστοί μας και μας δείχνουν μόνο ο,τι θέλουν αυτοί από τη ζωή τους.

    Επιπλέον , η κριτική σκέψη μέσα στο επιχείρημα της influencer και του κοινού κάνει την απουσία της αισθητή. Το γεγονός ότι το κοινό αδυνατεί να αναγνωρίσει τις μεροληψιες σε αυτό το βίντεο, δείχνει πόσο βαθιά είναι η έλλειψη του ψηφιακού και μιντιακού εγραμματισμου μας και πόσο εύκολα πέφτουμε θύματα μιας καλοστημένης διαδικτυακής περσόνας. Με μια απλή αναζήτηση στο προφίλ γίνεται εύκολα ορατό ότι το διαχειρίζεται οικογενειακό μέλος της influencer (το οποίο εμφανίζεται και στα περισσότερα βίντεο), άρα σαφώς αυξάνονται και οι πιθανότητες το περιεχόμενο να χειραγωγείται σύμφωνα με τις οδηγίες της οικογένειας.

    Ακόμα, όμως, κι αν ο μέσος θεατής δεν σκέφτεται να αναζητήσει αυτές τις πληροφορίες, η αστάθεια του επιχειρήματος περί οικονομικής ανεξαρτησίας από τα 4 είναι ολοφάνερη. Προφανώς ένα νήπιο δεν θα μπορούσε να κλείσει δουλειές στο μόντελινγκ και τις διαφήμιση μόνο του. Προφανώς έχει υπάρξει καθοδήγηση από τους γονείς, άρα και το ίδιο το άτομο δεν είναι αυτοδημιούργητο. Απλά μπήκε νωρίς στο σύστημα του θεάματος.

    Αυτό δεν σημαίνει ότι το άτομο είναι ατάλαντο ή δεν του αξίζει η επιτυχία του. Αλλά τόσο το ίδιο όσο και η οικογένεια θα πρέπει να αντιμετωπίζουν την επιτυχία αυτή με διαφάνεια, χωρίς να προσπαθούν να περάσουν ένα ψευδές αφήγημα περί «αυτοδημιουργίας». Στην πραγματικότητα αυτή η κατάσταση χαρακτηρίζει την ελληνική οικογένεια – παρεμβαίνει παντού αλλά επιμένει να λέει πως τα παιδιά της τα κατάφεραν όλα… μόνα τους.

    Οι απόψεις αυτές δεν πηγάζουν από κάποια επιθυμία να στοχοποιήσω την κοπέλα αυτή. Αντιθέτως, της εύχομαι ολόψυχα να συνειδητοποιήσει ότι το να μεγαλώνεις online και να εργάζεσαι από τη νηπιακή ηλικία είναι μια αφύσικη κατάσταση. Αλλά στην εποχή που οι διαδικτυακές αντιπαραθέσεις φέρνουν views, followers και κάνουν άπειρα άτομα να μιλάνε για σένα, (το λεγόμενο «there is no such thing as bad publicity» ποιος μπορεί να αντισταθεί στο να δημιουργεί αυτό το χάος; Τουλάχιστον, αξίζει εμείς ως κοινό να είμαστε πιο κριτικοί και να μην βιαζόμαστε να θεοποιήσουμε αυτές τις οικογένειες, να μαλώνουμε με αγνώστους για να υπερασπιστούμε το lifestyle αγνώστων, ούτε να υπερεκθέτουμε ανήλικα παιδιά στο διαδίκτυο.