Κάποτε, η πολιτική απαιτούσε προσοχή. Σήμερα, μετριέται λιγότερο σε επιχειρήματα και περισσότερο σε απήχηση. Δεν χρειάζεται να συμφωνήσεις, ούτε καν να καταλάβεις. Αρκεί να δεις, να αντιδράσεις και να το μοιραστείς. Η πολιτική πλέον απευθύνεται σε κοινό και όχι στους πολίτες.
Διαβάστε επίσης:
Δεν είναι τυχαίο που μιλάμε όλο και περισσότερο για στιγμιότυπα και λιγότερο για πολιτικές. Για το πως ειπώθηκε κάτι και όχι για το τι ειπώθηκε. Για την εικόνα μιας στιγμής και όχι για τις αποφάσεις που την συνόδευσαν. Η δημόσια συζήτηση δεν περιστρέφεται γύρω από προγράμματα ή συνέπειες, αλλά γύρω απο αποσπάσματα που μπορούν να αναπαραχθούν εύκολα. Έτσι, η πολιτική παύει να είναι η διαδικασία κατανόησης και γίνεται μια σειρά από εικόνες που λειτουργούν περισσότερο ως ψυχαγωγία παρά ως ενημέρωση.
Ο πολιτικός ως brand
Ο σύγχρονος πολιτικός δεν διαφέρει ιδιαίτερα από ένα brand. Έχει συγκεκριμένο προφίλ, επαναλαμβανόμενα μηνύματα και έναν σχολαστικά στημένο λόγο που μοιάζει σκηνοθετημένος. Όπως κάθε brand, έτσι και αυτό πρέπει να είναι αναγνωρίσιμο, συνεπές και –κυρίως- εμπορεύσιμο.
Δεν έχει τόση σημασία τι ακριβώς λέγεται παρά μόνο αν «κολλάει» με την εικόνα. Ο αυθόρμητος δεν πρέπει να φαίνεται πολύ διαβασμένος , ο θεσμικός όχι πολύ συναισθηματικός, ο αντισυστημικός όχι πολύ σοβαρός. Η πολιτική ταυτότητα γίνεται ρόλος και ο ρόλος δεν επιτρέπεται να σπάσει, γιατί αν σπάσει, χαλάει το αφήγημα.
Συνθήματα αντί για λόγο
Σε έναν κόσμο που λειτουργεί με τίτλους και αποσπάσματα, ο πολιτικός λόγος απλοποιείται μέχρι να χάσει το βάθος του. Τα σύνθετα προβλήματα δεν χωράνε σε stories. Έτσι αντικαθίστανται από συνθήματα: δυνατά και συναισθηματικά, αλλά τις περισσότερες φορές κενά.
Το σύνθημα δεν έχει σκοπό να εξηγήσει, Έχει σκοπό να ενεργοποιήσει, να θυμώσει, να συγκινήσει και να συσπειρώσει. Δεν ζητά από τον πολίτη να σκεφτεί, αλλά να διαλέξει στρατόπεδο. Και κάπως έτσι, ο πολιτικός διάλογος μετατρέπεται σε ανταλλαγή ετικετών.
Όταν η εικόνα επισκιάζει το γεγονός
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετατόπισης ήταν ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν πρόσφατες εξεταστικές επιτροπές. Κυριάρχησαν συγκεκριμένες στιγμές που απομονώθηκαν και αναπαράχθηκαν μαζικά, αντί να επικεντρωθεί ο κόσμος στο περιεχόμενο των καταθέσεων αυτών.
Ο «Φραπές» έγινε meme.Όχι επειδή αποκάλυπτε κάτι κρίσιμο, αλλά επειδή ήταν εύκολος, αστείος και αναγνωρίσιμος. Το ίδιο ακριβώς συνέβη και με άλλα πρόσωπα που έμειναν στην δημόσια μνήμη περισσότερο για μια φράση ή έναν τόνο, παρά για όσα ειπώθηκαν στην ουσία. Η πολιτική στιγμή συμπυκνώθηκε σε εικόνα – και η εικόνα νίκησε το γεγονός.
Από τη Βουλή στο timeline
Tα social media δεν είναι ουδέτερα. Ευνοούν το γρήγορο, το έντονο και το ακραίο. Εκεί, ο πολιτικός που μιλά δυνατά, που συγκρούεται και χρησιμοποιεί δραματικό λόγο – όπως η Ζωή Κωνσταντοπούλου – γίνεται viral. Όχι απαραίτητα γιατί έχει δίκιο, αλλά γιατί προσφέρει περιεχόμενο.
Ο πολιτικός μετατρέπεται σε content creator και ο πολίτης σε καταναλωτή. Δεν παρακολουθεί για να ενημερωθεί, αλλά για να αντιδράσει. Και η πολιτική, μέσα σε αυτό το περιβάλλον, προσαρμόζεται. Γίνεται πιο σύντομη και «πιασάρικη».
Το viral δεν είναι πάντα αθώο
Το πρόβλημα με το viral δεν είναι το χιούμορ ή η σάτιρα. Είναι η επιλεκτική μνήμη που δημιουργεί. Θυμόμαστε το αστείο στιγμιότυπο και ξεχνάμε το πλαίσιο. Θυμόμαστε την ατάκα και όχι την συζήτηση που προηγήθηκε. Όσο πιο εύκολα γίνεται κάτι share, τόσο λιγότερο ενδιαφέρει τι ειπώθηκε πριν ή μετά.
Πέρα από αυτά όμως, όταν κάτι γίνεται viral επηρεάζει και τι λένε οι ίδιοι οι πολιτικοί. Οι στιγμές που γίνονται meme ή hashtags διαμορφώνουν στρατηγικές συμπεριφορές. Διδάσκουν τι πρέπει να αποφύγει κανείς, που να δώσει ένταση, πως να «παίξει» με το κοινό. Μάλιστα, γνωστός πολιτικός αρχηγός εξέφρασε το παράπονο αυτό, ότι δηλαδή ο αλγόριθμος στα social media προωθεί τις κραυγές και αφήνει πίσω το επιχείρημα. Ακόμη και την πιο ευφυή ατάκα να πεις, και να έχεις το καλύτερο επιχείρημα που κανείς άλλος δεν έχει σκεφτεί δεν θα γίνει viral – είπε απεγνωσμένος.
Αυτό εξηγεί μια σχεδόν μηχανική επανάληψη που παρατηρείται πια παντού: στις εξεταστικές επιτροπές, στο κοινοβουλευτικό βήμα, στα τηλεοπτικά στούντιο. Η ίδια ατάκα επαναλαμβάνεται ξανά, πιο καθαρά, πιο δυνατά, σχεδόν με το βλέμμα στραμμένο στην κάμερα. Αυτό προφανώς δεν γίνεται για τους παρόντες, αλλά για να είναι έτοιμο το απόσπασμα που θα ανέβει με υπότιτλους, καθαρό ήχο και αρκετή ένταση, έτσι ώστε να επιβιώσει το timeline και να πάρει τα κατάλληλα views.
Στην ουσία, η αστεία ή η εύκολα μοιράσιμη στιγμή δεν είναι απλώς διασκέδαση – είναι εργαλείο, τόσο για την σκηνοθεσία του λόγου όσο και για τη διαχείριση της δημόσιας προσοχής.
Έτσι, η δημόσια συζήτηση διαμορφώνεται από αποσπάσματα και όχι από σύνολα. Η πολιτική κρίση γίνεται αποσπασματική, επιφανειακή και, τελικά, άδικη. Το πρόβλημα δεν είναι ότι γελάσαμε. Είναι ότι μείναμε εκεί.
Ο πολίτης ως θεατής
Στο περιβάλλον αυτό, ο πολίτης καλείται να παρακολουθήσει και όχι να συμμετάσχει. Να σχολιάσει, να ειρωνευτεί, να αποστασιοποιηθεί. Η πολιτική μοιάζει σκηνοθετημένη, άρα και αναξιόπιστη. Έτσι γεννιέται η κόπωση, ο κυνισμός, η αίσθηση ότι «όλοι είναι ίδιοι». Όταν η πολιτική θυμίζει παράσταση, δύσκολα την παίρνεις στα σοβαρά.
Βέβαια, δεν φταίνε μόνο οι πολιτικοί, αλλά και το κοινό που τους κάνει viral. Σχολιάζει το ύφος και όχι την «απόφαση». Εμείς είμαστε αυτοί που τους «ανακυκλώνουμε». Αν θέλουμε πολιτική ουσία, πρέπει να σταματήσουμε να ψηφίζουμε με τα memes.
Like, share και στο τέλος, ψηφίστε.









